
Σε μια σχολική τάξη, σε τετράδιο μαθητή της Β΄ Δημοτικού, ήταν γραμμένη επαναλαμβανόμενα η φράση «Είμαι άχρηστος». Δεν επρόκειτο για κάποια επιβεβλημένη τιμωρία, αλλά για μια πρωτοβουλία του ίδιου του παιδιού, που πήρε τη μορφή αυτοδιόρθωσης ή και αυτοτιμωρίας, θα έλεγε κανείς.
Σε μια πρώτη ανάγνωση, θα μπορούσε κανείς να το δει ως ένδειξη χαμηλής αυτοεκτίμησης ή ως ατομική δυσκολία του παιδιού. Από μια συστημική σκοπιά, όμως, τέτοιες εκφράσεις δεν αντιμετωπίζονται απομονωμένα. Το «σύμπτωμα» δεν ανήκει μόνο στο άτομο που το εκδηλώνει, αλλά αναδύεται μέσα σε ένα πλέγμα σχέσεων, προσδοκιών, μηνυμάτων και εμπειριών που το περιβάλλουν.
Τα παιδιά μαθαίνουν να βλέπουν τον εαυτό τους μέσα από τα μάτια των σημαντικών άλλων. Οι λέξεις που χρησιμοποιούν για τον εαυτό τους συχνά κουβαλούν ιστορίες που έχουν ειπωθεί, ρητά ή σιωπηλά, στο σπίτι, στο σχολείο, στις σχέσεις με συνομηλίκους ή ενήλικες. Μια τέτοια φράση μπορεί να λειτουργεί σαν ένας τρόπος να εκφραστεί άγχος, πίεση, φόβος αποτυχίας ή ανάγκη για αποδοχή. Μπορεί να είναι μια προσπάθεια του παιδιού να διαχειριστεί την ένταση που βιώνει, να ελέγξει το λάθος ή να προλάβει την κριτική.
Η συστημική προσέγγιση δεν αναζητά «ποιος φταίει», αλλά προσπαθεί να κατανοήσει τι εξυπηρετεί ένα τέτοιο μήνυμα μέσα στο σύστημα των σχέσεων. Τι λέει για το πώς βιώνει το παιδί τον εαυτό του στο σχολείο; Πώς αντιλαμβάνεται τις προσδοκίες των ενηλίκων; Πώς αντιμετωπίζεται το λάθος στο περιβάλλον του; Ποια συναισθήματα ή ανάγκες ίσως δεν βρίσκουν άλλον τρόπο να εκφραστούν;
Όταν καταφέρνουμε να δούμε το σύμπτωμα όχι ως πρόβλημα προς διόρθωση αλλά ως μήνυμα προς κατανόηση, ανοίγει ο δρόμος για ουσιαστική αλλαγή. Τότε η δουλειά μετακινείται από τη διόρθωση της συμπεριφοράς στη δημιουργία συνθηκών όπου το παιδί μπορεί να νιώσει ασφάλεια, αποδοχή και δυνατότητα να μάθει χωρίς να χρειάζεται να τιμωρεί τον εαυτό του.
Καραχάλιου Βάνα
Ψυχολόγος-Ειδ. Παιδαγωγός
